Όταν ξεχείλισε το δέντρο

Ν. Λυγερός




Δεν το πρόσεξαν το οξύ πράσινο. Λες και δεν υπήρχε. Ήταν κρυμμένο μέσα στο πράσινο σμαραγδί. Ήταν τόσο σπάνιο. Εκείνος ο γέρος, όμως, με το ψάθινο καπέλο έφερε τις αναμνήσεις του μαζί για να δει το δέντρο να ξεχειλίζει. Δεν ήταν κυπαρίσσι ούτε πεύκο. Δεν έμοιαζε με λεύκα. Άγγιξε το δέντρο και θυμήθηκε τα παλιά, όταν ήταν μικρός και έπαιζε εκεί. Τότε έκανε την παράξενη συνάντηση με το ζωγράφο που κουβαλούσε τελάρα, μπογιές και πινέλα. Τον είχε παρακολουθήσει από μακριά. Δεν μιλούσε. Κοίταζε τη σιωπή του ενώ ο ζωγράφος έβλεπε τον κάμπο. Ο μικρός γέρος δεν ήξερε τι έψαχνε και περίμενε. Τελικά, ο ζωγράφος αποφάσισε να στήσει τα ξύλινα πόδια απέναντι από τον ήλιο. Εκείνη την ημέρα φυσούσε πολύ. Κι εκείνος δυσκολευόταν να κρατήσει σταθερά τα πανιά του ακίνητου καραβιού. Τα έδεσε κάτω στη γη για να μην σπάσει ο ξυλοπόδαρος. Ο μικρός προχώρησε για να δει καλύτερα τι έκανε. Έβαζε προσεχτικα στις κούπες τα χτυπημένα χρώματα. Έπιασε την παλέτα του κι ανακάτεψε με το πινέλο του το πρώτο μείγμα. Εκείνη τη στιγμή, ο άνεμος έκλεψε το καπέλο του. Ο ζωγράφος το κοίταξε αλλά παρέμεινε ακίνητος, δεν άφησε το καράβι του. Και το καπέλο άρχισε να τρέχει πάνω στα ξανθά κύματα του κάμπου και δεν σταμάτησε παρά μόνο όταν έφτασε στο δέντρο όπου κρυβόταν ο μικρός. Αυτός κοίταξε το ζωγράφο με τα κόκκινα μαλλιά κι έσκυψε για να πάρει το καπέλο. Τον ξανακοίταξε δείχνοντάς του το καπέλο κι ο ζωγράφος τού έκανε νόημα να κρατήσει το δώρο της φύσης. Τον ευχαρίστησε και το φόρεσε. Από τότε ζει στις αναμνήσεις του ο Vincent.







free counters


Opus