Περί τελεολογίας κοινωνιολογίας

C. Kechagias, Ν. Λυγερός




Σε πολλά σύγχρονα βιβλία επιστημολογίας επικρατεί μια τάση ωφελιμοκρατίας και εμπορευματοποίησης, με την εξύψωση της τεχνικής-τυπικής λογικής με την απλή της έννοια, επ’ ωφελεία της μετατροπής της επιστημονικής σκέψης και έρευνας σε κακώς νοούμενο προϊόν. Μέσω της επικοινωνίας το management γίνεται marketing. Ο Habermass αποκαλεί το φαινόμενο αποικιοποίηση του βιόκοσμου, δηλαδή διείσδυση των οικονομικών-παραγωγικών συστημάτων στη σφαίρα της ανθρώπινης σκέψης και του πολιτισμού. Είναι μια φυσιολογική εξέλιξη για ένα πλαίσιο όπου οι γνώσεις γίνονται προϊόντα, όπου οι αξίες γίνονται τιμές. Και θεωρούμε ότι τούτο συνεπάγεται σταθερή και ραγδαία αλλοίωση της κοινωνικής δομής της ανθρωπότητας συνολικά διότι από τη σφαίρα εισχωρούμε στη νοοσφαίρα. Σε αυτό το νέο πλαίσιο που έχει διαμορφωθεί, το εφήμερο είναι εκείνο που αναδεικνύεται σε ηνιοχητικό αγωγό της κοινωνικής δομής και όχι πια το διαχρονικό στοιχείο. Μια παλαιότερη μελέτη μας για τις αρχές της ανατολικής φιλοσοφίας επεσήμανε τον ρόλο του παρόντος στην κυκλική αντίληψη του χρόνου και των φαινομένων της ζωής. Ωστόσο, αυτή η ιδέα, αφού υιοθετήθηκε και στην ουσία αλλοιώθηκε από διάφορους κύκλους εσωτερικών σχολών και ανατολικής φιλοσοφίας, πέρασε στον δυτικό κόσμο ως η εναλλακτική λύση για όλα τα προβλήματα που αντιμετωπίζει ο δυτικός άνθρωπος και η κοινωνία του δίχως να κατανοήσουν ότι υπάρχει το ανάλογο φαινόμενο στην Ασία με το καθολικό σύστημα. Το ξένο στη θρησκεία φαίνεται ως λύση όσο δεν το γνωρίζουμε. Έτσι αυτή η μορφή με την οποία παρουσιάζεται η ιδέα του παρόντος, δηλαδή ως αυτόνομου και μοναδικού τόπου συγκρότησης της σκέψης και εκ των υστέρων της συνείδησης, που ακυρώνει περίτρανα κάθε είδους αναστοχαστική διαδικασία που οικοδομείται πάνω στους κόμβους της αλυσίδας παρελθόν-μέλλον, εκτός του ότι είναι φαλκιδευμένη, δημιουργεί στους ανθρώπους γνωστική απορία: είτε θα πρέπει να υιοθετήσουν την αντίληψη της γραμμικής πορείας του ιστορικού χρόνου, είτε θα πρέπει να αποδεχθούν το «αιώνιο παρόν» ως θεμέλιο του ιστορικού χώρου. Ωστόσο, δεν υπάρχει πραγματικά αυτό το δίλημμα και η τάση που παρουσιάζει η κοινωνική δομή είναι να αναγνωρίζεται το παρόν ως «στιγμή», που μεταβάλλεται διαρκώς, μέσα σε ένα ακαθόριστο και μη προβλέψιμο περιβάλλον διαδοχικών τεχνικών-οικονομικών αλλαγών που επηρεάζουν σε βάθος όλα τα άλλα περιβάλλοντα. Έτσι, κάθε «παρόν» δίνει τη θέση του σε ένα άλλο «παρόν» στο οποίο ο άνθρωπος καλείται να προσαρμοστεί άμεσα, για την επιβίωσή του, πετώντας στη λήθη την ιστορικο-κοινωνική του θεμελίωση. Διότι στην ουσία με αυτήν την άποψη κάθε παρόν σβήνει το προηγούμενο. Και ο άνθρωπος ζει σε ένα παρόν που δεν έχει ούτε παρελθόν ούτε μέλλον. Εάν υιοθετηθεί αυτή η αντίληψη, τότε διαλύεται η βασική επιστημολογική αρχή που θεμελιώνεται πάνω στη σχέση κατανόησης, εξήγησης και πρόβλεψης των φαινομένων και αντικαθίσταται από δήθεν νεο-θετικιστικά και λογικο-τυπικά σχήματα. Εξ’ αυτού, η σύγχρονη κοινωνική θεωρία αδυνατεί να βρει ή να απορρίψει μία κοινώς αποδεκτή θεμελιωτική αρχή. Και είναι φυσιολογικό εφόσον επιστημολογικά λειτουργεί μόνο και μόνο a posteriori. Ενώ το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον μπορούν να λειτουργήσουν ως μεθοδολογική μήτρα, που μπορεί να συγκροτήσουν έναν ενιαίο χώρο του χρόνου. Γενικότερα δεν πρέπει να ψάχνουμε μια ισορροπία διότι με τα αποτελέσματα του Prigogine στο πλαίσιο της φυσικής μακράν της ισορροπίας, ξέρουμε ότι μόνο εκεί βρίσκεται η δημιουργικότητα μέσω της πολυπλοκότητας. Όμως η κοινωνιολογία αναζητώντας την απλοποίηση για να μην αντιμετωπίσει την πολυπλοκότητα πέφτει πάνω στην ισορροπία που δεν παράγει έργο.

Όμως η θεμελιωτική αρχή δεν είναι αναγκαίο να βρεθεί σε δεξαμενές αξιακών περιεχομένων, όχι γιατί αυτά έπαψαν να υπάρχουν και να διέπουν τη φύση και κοινωνία του ανθρώπου, αλλά γιατί ο άνθρωπος έχει απομακρυνθεί πολύ από αυτήν τη διαδικασία, έχοντας απωθήσει αυτήν τη λύση «ως ανεδαφική και ανεφάρμοστη». Επιπλέον αυτό το πλαίσιο θα λειτουργούσε a priori. Με άλλα λόγια μόνο και μόνο αξιωματικά και συνεπώς νοητικά αυθαίρετα. Αλλά ούτως ή άλλως αυτό έχει ήδη απορριφθεί από το θεώρημα του Godel και το έργο του Chaitin σε σχέση με τον αριθμό ωμέγα. Η ιδέα είναι ότι εδώ πρέπει να επέμβει η στρατηγική της επιστήμης για να κάνει χρήση της αξιωματικής ελευθερίας μέσω της μεθοδολογίας του Popper. Ενώ το νέο ψευδο-δίλημμα, που εγείρεται μετά τις προσπάθειες των συστημικών, παρουσιάζεται στο επίπεδο της επιλογής κάποιου προτύπου ερμηνείας του κόσμου: α) ατομικιστικά πρότυπα, που εισάγουν εξωτερικά τις αξίες. β) ολιστικού τύπου πρότυπα που οροθετούνται είτε έναντι αξιακών πλεγμάτων είτε αντιμετωπίζουν το ζήτημα των αξιών ως πλαίσιο συγκρότησης των μακροθεωρητικών προσεγγίσεων. Ως συνέπεια, ο μεθοδολογικός ατομικισμός θεωρεί ως «αξιολογήσιμους» τους σκοπούς, μόνο στην εκτίμηση της μεγιστοποίησης του οφέλους του ατόμου, γεννώντας διαπλοκή του αξιακού με το πραγματικό, με έναν τυπικό-εργαλειακό χαρακτήρα. Οι αιτιακές αλυσίδες του «πράττειν» ανακατασκευάζονται συμπεριλαμβάνοντας απλώς την αξία στις αρχικές προθέσεις. Ο μεθοδολογικός ολισμός, από την άλλη πλευρά, κατά την ανακατασκευή των ιστορικών-κοινωνικών σχημάτων, αναμειγνύει την αξία με τις ουσιώδεις αντικειμενικές σχέσεις, που χαρακτηρίζουν τις ιστορικές κοινωνίες. Έτσι, μέσα από αυτήν την «ανάμειξη» που είναι με την ορολογία της θεωρίας παιγνίων, μία μεικτή στρατηγική, επιχειρείται να κατανοηθούν οι επιμέρους δράσεις των ατόμων και να προκύψουν τα αξιολογικά κριτήρια της επιστημονικής έρευνας. Επιπλέον, φαίνεται ότι στα ολιστικά πρότυπα προκύπτει το πρόβλημα της ανάδειξης-παραγωγής αξιών από τις ιστορικές-κοινωνικές σχέσεις, ενώ στα ατομικιστικά πρότυπα δεν παρουσιάζεται τέτοια διαδικασία, αλλά προκύπτει απροσδιοριστία, με αποτέλεσμα οι αξίες να παρουσιάζονται ως «εισαγόμενα» στοιχεία από κάποιο μη-ορθολογικό περιβάλλον της συνολικής κοινωνίας. Μα εάν υιοθετηθεί είτε ένα μακροθεωρητικό είτε ένα μικροθεωρητικό και ατομικό πρότυπο, είναι βέβαιο ότι δεν θα ευρεθεί ικανοποιητική λύση. Αλλά κανείς δεν εμποδίζει την επιστήμη να υιοθετήσει και τα δύο, ανάλογα με το βάθος της ανάλυσης που επιθυμούμε. Και αυτό είναι ένα σύστημα το οποίο υπάρχει στη μορφοκλασματική ανάλυση και ειδικά στην πολυμορφοκλασματική. Οι επιλογές όπως το έχει δείξει και η κβαντική θεωρία δεν είναι απαραίτητα καλά θεμελιωμένες διότι υπονοούν ένα πλαίσιο το οποίο δεν έχει αναγκαστικά το υπόβαθρο για να σηκώσει το βάθος του προβληματισμού. Άρα η μη επιλογή μέσω των μεικτών επιλογών μπορεί να είναι η καλύτερη επιλογή μέσα στο πλαίσιο της στρατηγικής της επιστήμης. Συνεπώς η τελεολογία της κοινωνιολογίας δείχνει ότι ως επιστήμη πρέπει να απελευθερωθεί από το στενό της πλαίσιο για να ενσωματώσει δυναμικές στρατηγικές θετικών επιστημών και ειδικά των μαθηματικών δίχως να προσπαθεί να αποφύγει την πολυπλοκότητα που είναι απλή ενώ τα απλά συστήματά της είναι τελικά περίπλοκα διότι δεν μπορούν να απορροφήσουν ανώτερες γνώσεις.







free counters


Opus