Τα αόρατα ίχνη

Ν. Λυγερός

Ίχνος.
Κανένα.
Το Τέρας εξέταζε προσεχτικά το δρόμο.
Κι όμως ο πίνακας δεν ήταν μηδενικός.
Υπήρχαν στοιχεία.
Πάνω μάρμαρα.
Κάτω ψηφιδωτά.
Εδώ κι αιώνες, σκέφτηκε.
Τι είχε αυτή η πέτρινη διαγώνιος;
Δεν ήταν σίγουρο ακόμα.
Και γιατί να ήταν;
Ποιος ο λόγος;
Ανακάλεσε τη μνήμη του.
Υπήρχε λόγος αυτή τη φορά.
Προχώρησε πάνω στο αρχαίο καλντερίμι.
Δεν ήταν ιερά οδός.
Στα μαθηματικά δεν υπήρχε βασιλική οδός.
Σωστά.
Χαμογέλασε.
Το φωτονικό χαμόγελο της Joconda
που δεν είδε ποτέ ο Αρχιμήδης.
Οι φωτογραφίες δεν επαρκούσαν.
Μόνο  αν ήταν ασπρόμαυρες.
Αλλά τι θα γινόταν με τα κυπαρίσσια;
Θα έδειχναν ακόμα τον ουρανό;
Και τη νύχτα ποιος θα τα έβλεπε ;
Είχε φτάσει στο λόφο.
Κοίταξε γύρω.
Νεκρά τα πάντα.
Ήταν δύο και τριάντα πέντε το πρωί.
Μα ποιος θυμόταν πια τους Δαιμονισμένους;
Εκτός από τα αθάνατα λουλούδια;