Με τα σημερινά δεδομένα, το στρατηγικό management ακολουθεί τη συμβατική εξέλιξη της στρατιωτικής στρατηγικής, δηλαδή του κανονικού πολέμου. Όλη η βάση αυτής της νοοτροπίας είναι τα ιδανικά και η ιδανίκευση της ιδέας της μάχης σε σχέση με τον πόλεμο. Η μάχη, ενώ αποτελεί μόνο το τέλος της κρίσης, θεωρείται από τους ιστορικούς ως το κυριότερο σημείο αναφοράς. Έτσι και το στρατηγικό management θεωρεί τη στιγμή της τελικής απόφασης ως την κυριότερη, ενώ δεν ακολουθεί μια γραμμική σκέψη. Οι κανονικοί πόλεμοι έχουν δώσει το στίγμα της στρατηγικής στα ανώτερα επίπεδα και έχουν διαμορφώσει το γνωστικό της πλαίσιο. Όμως, ειδικά οι οικονομικές διαπραγματεύσεις έχουν αποδείξει πόσο αυτή η νοοτροπία απέχει από την πραγματικότητα.
Ενώ η στρατηγική αφορά όλες τις επιχειρήσεις εφόσον λειτουργούν στο ίδιο πλαίσιο, για οικονομικούς λόγους, μόνο οι μεγάλες κοιτάζουν προσεχτικά αυτόν τον τομέα. Αν και αυτό είναι λογικό, έχει όμως ένα περίεργο αποτέλεσμα. Το ανάλογο στον στρατιωτικό τομέα θα ήταν να υπάρχει η έννοια της στρατηγικής μόνο για μεγάλα κράτη που διαθέτουν έναν ισχυρό στρατό. Όμως, η ύπαρξη των μικρών πολέμων και του ανταρτοπόλεμου αποδεικνύει ότι αυτό δεν ισχύει. Οι επιπτώσεις αυτής της κατάστασης είναι γενικές, μα όχι απόλυτες. Έτσι οι γενικές απόψεις συμπίπτουν και δημιουργούν μία λανθασμένη νοοτροπία όσον αφορά στο αντικείμενο της στρατηγικής.
Τοπικά μια μεγάλη επιχείρηση, για έναν συγκεκριμένο στόχο, μπορεί να χρησιμοποιήσει μία μη συμβατική μέθοδο, όμως δεν θεωρεί ότι λειτουργεί κατά κανόνα. Η τοπική επιλογή αποτελεί μία εξαίρεση που είναι αναγκαία για να διαμορφώσει τοπικά μία γενική στρατηγική τροχιά. Από την άλλη πλευρά, οι start-up λειτουργούν μη συμβατικά για τα γενικά δεδομένα, με επικίνδυνες επιλογές δίχως όμως να αποτελούν μακροχρόνια παραδείγματα κανονικών επιχειρήσεων. Στη στρατηγική, όμως, ξέρουμε ότι ακόμα και ο επαναστατικός πόλεμος μπορεί να σταθεροποιηθεί και να οδηγήσει σε μία μακροχρόνια και σταθερή κατάσταση.
Η γενική προϋπόθεση της στρατηγικής είναι να λειτουργεί μόνο και μόνο σε αόρατο πλαίσιο. Διότι ακόμα και μία καλή στρατηγική, αν γίνει γνωστή και μπορούμε να προβλέψουμε τις επιπτώσεις της, δεν πρέπει να την επιλέξουμε. Και το πρόβλημα είναι ότι το στρατηγικό management χρησιμοποιώντας μόνο και μόνο συμβατικούς τρόπους διαχείρισης δεν μπορεί να αποφύγει την πρόβλεψη του ανταγωνιστή διότι η κανονική λειτουργία ανήκει αναγκαστικά στον ορίζοντά του. Μόνο η ελεύθερη διακίνηση στο γνωστικό πεδίο επιτρέπει με τη μη συμβατική κινητικότητά της την κατάρρευση του φαινομένου του ορίζοντα. Όλες οι άλλες επιλογές ανήκουν στη στρατηγική βιβλιοθήκη του αντιπάλου και έτσι είναι ορατές για τους ειδικούς.
Το μη συμβατικό στρατηγικό management δεν λειτουργεί με βάση τα κανονικά μοντέλα της στρατηγικής, μα με νοητικά σχήματα που ανήκουν στη γνωστική θεωρία, τα οποία είναι τα μόνα ικανά να σταθεροποιήσουν, τουλάχιστον τοπικά, ριψοκίνδυνες επιλογές μη προβλέψιμες από τους ανταγωνιστές. Και πάνω σ’ αυτά τα νοητικά σχήματα δημιουργούμε ένα πολύπλοκο δίκτυο με μία ολιστική δομή. Έτσι, η τοπική του αναγνώριση δεν προσφέρει τίποτα στον αντίπαλο. Το σύνολο είναι πιο ισχυρό από τα μέρη. Η ομάδα είναι πιο ισχυρή από το σύνολο και το δίκτυο είναι πιο ισχυρό από την ομάδα. Όλο το σύστημα λειτουργεί με ανοιχτά κλειδιά και είναι δομημένο με τον χρόνο. Διαμορφώνει συνεχώς το πλαίσιό του κάνοντας χρήση της χαμαιλεοντικής ιδιότητάς του και η συνεχής αλλαγή του πεδίου μάχης δεν επιτρέπει στον αντίπαλο να προετοιμαστεί σωστά για να δώσει μια συμβατική μάχη. Επιλέγοντας συστηματικά όχι την καλύτερη κίνηση μα εκείνη που ενοχλεί τους αντιπάλους μας, δεν τους δίνουμε την ευκαιρία να αναπτύξουν όλες τις δυνάμεις τους μ’ έναν συντονισμένο τρόπο, έτσι αποφεύγουμε τα χτυπήματά τους με τα νοητικά σχήματα των συνδυασμών των ελιγμών.